Ο Λούκουρας και το σύνδρομο Cushing

δείξε το στους φίλους σου...

Ο Λούκουρας, επιφανής ορθοπεδικός, διατηρούσε ιατρείο στην κεντρική πλατεία της Φαναρούπολης. Το ιατρείο του βρισκόταν σε μια απαρχαιωμένη, βρώμικη, αραχνιασμένη πολυκατοικία, και ήταν αρκετά ψηλά, που μπορούσες να ατενίζεις την πολύβουη ζωή της αστικής καθημερινότητας από την τζαμαρία. Η επίπλωσή του ήταν παλιομοδίτικη, αν και αρχοντική. Βαριά, σκαλιστά έπιπλα γέμιζαν τον χώρο του ιατρείου, με το γραφείο και την βιβλιοθήκη να είναι τα πιο ογκώδη και εντυπωσιακά. Η βιβλιοθήκη κάλυπτε σχεδόν όλο τον ένα τοίχο του δωματίου, και ήταν παραφορτωμένη με παλιά βιβλία, κυρίως ιατρικά, τουλάχιστον όπως απεικόνιζε κάποια σκαλιστή εικόνα στην πλάτη των βιβλίων, γιατί οι λέξεις δεν ήταν στα Ελληνικά ούτε στα Αγγλικά. Πάντως ένα ράφι ολόκληρο της βιβλιοθήκης, κάλυπτε μια σειρά από εγχειρίδια του μάρκετινγκ, ομολογουμένως κάπως παράταιρη με το ύφος ενός ιατρείου, αλλά ενδεικτική των ενδιαφερόντων του Λούκουρα.

Μπροστά από την βιβλιοθήκη, βρισκόταν το γραφείο, αρκετά μεγάλο κι αυτό, δεν ξέφευγε από την αισθητική των άλλων επίπλων. Πάνω στο γραφείο υπήρχαν χαρτιά, η καθημερινή εφημερίδα, ένας καφές ελληνικός μισοτελειωμένος και ένα μικροσκοπικό σημειωματάριο με τα ραντεβού. Τόσο μικρό ώστε να εξαφανίζεται άμεσα ακόμα και μέσα σε ένα πορτοφόλι, ώστε ο Λούκουρας να αποφεύγει έκτακτους ελέγχους από την εφορία. Υπήρχε επίσης ένα πορτατίφ, ένα παλιό τηλέφωνο, αν και με πλήκτρα, όχι με το παλιό αναλογικό καντράν, και δίπλα σε αυτό μια κρεμαστή ξύλινη μολυβοθήκη, δώρο της γυναίκας του από την Στοκχόλμη. Την είχε γεμάτη με στυλό και μολύβια και σε ένα μικρό γατζάκι της, είχε στερεώσει και έναν χαρτοκόπτη που έστεκε απειλητικά πάνω από τα χαρτιά του γραφείου του.

Σε μια άκρη, σκονισμένος ήταν ένας παλιός υπολογιστής που το μόνο που χρησίμευε ήταν να βλέπει ο Λούκουρας την ηλεκτρονική του αλληλογραφία. Είχε για οθόνη αυτές τις παλιές με τον καθοδικό σωλήνα και έδειχνε αρκετά βαριά, τουλάχιστον στην όψη της. Το πληκτρολόγιο είχε αλλάξει χρώμα από τους καφέδες που είχαν χυθεί πάνω του και προφανώς δεν υπήρχε καμιά διάθεση για να καθαριστεί. Παρόλα αυτά ο υπολογιστής ήταν πάντα ανοιχτός, με το πρόγραμμα της αλληλογραφίας ενεργό και δεκάδες αδιάβαστα διαφημιστικά μηνύματα από φαρμακευτικές εταιρείες. Ελάχιστα άλλα μηχανήματα υπήρχαν στο ιατρείο, και μόνο ένα ανάκλιντρο με χαρτί απλωμένο πάνω του, το ξεχώριζε από ένα δικηγορικό γραφείο.

Πολύ κοντά πλέον στην σύνταξη, ο Λούκουρας είχε φτιάξει ένα όνομα, το οποίο του εξασφάλιζε μια άνετη ζωή. Σχετικά ψηλός, με γκρίζα μαλλιά και γένια, με βλέμμα διαπεραστικό, είχε πλέον γίνει αργός στις κινήσεις του. Συνέχιζε όμως να έχει έναν αέρα στο περπάτημα και στην εν γένει συμπεριφορά του, που έκανε τους συνομιλητές του να αισθάνονται οι παρίες κάθε φορά που έστεκαν μπροστά του να τους μιλήσει. Ήταν από τους ανθρώπους που από τον τρόπο και μόνο που μιλάνε δεν τους φέρνεις αντίρρηση, κάνοντας σαφές από τις πρώτες κουβέντες πως ο αντίλογος είναι τουλάχιστον ανώφελος, αν όχι πράξη επαναστατική. Ιδιαίτερα δε, σε ζητήματα που έχουν να κάνουν με την ιατρική, την ζωή, την οικονομία, την πολιτική… Πράγματι, ο Λούκουρας είχε ένα ευρύ φάσμα απόψεων για διάφορα ζητήματα και ελάχιστοι ήταν οι τομείς που θα άκουγε κάποιον να του λέει την γνώμη του. Τις περισσότερες φορές, οι απόψεις του, μονοπωλούσαν την συζήτηση.

Αν και οι γνώσεις του είχαν παραμείνει πρακτικά ίδιες από τα φοιτητικά του χρόνια, τις οποίες φρόντιζε να ανανεώνει σπάνια από ιατρικά φυλλάδια που έπεφταν στα χέρια του, διατηρούσε μεγάλη πελατεία, κυρίως της τρίτης ηλικίας. Σεβάσμια γεροντάκια, αρχοντικές κυριούλες, υπάκουαν σχεδόν τυφλά στην αυθεντία του, την οποία υπερτόνιζε το βλοσυρό βλέμμα του και η αυστηρή γλώσσα του. Οι παρατηρήσεις του δεν περιορίζονταν μόνο σε θέματα σχετιζόμενα με την ιατρική του ιδιότητα, αλλά είχε άποψη και για τα προσωπικά τους. Τους μάλωνε για οτιδήποτε: Για τις σχέσεις τους, για τη διαχείριση των οικονομικών τους, για τα επαγγελματικά τους. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που είχαν φύγει κατακόκκινοι από ντροπή για τα λάθη που είχαν κάνει στην ζωή τους…

Μια φορά μάλιστα, τον είχε πάρει ένας ψυχολόγος τηλέφωνο για να ζητήσει πληροφορίες για έναν πρώην πελάτη του Λούκουρα. Συνταξιούχος εκπαιδευτικός ο πρώην πελάτης, είχε πάει για να τον δει για προβλήματα στην μέση. Κι επειδή το πρόβλημα του πελάτη απαιτούσε πολλές επισκέψεις, ο Λούκουρας σε κάθε επίσκεψη φρόντιζε να τον “στολίζει” με κοσμητικά επίθετα και σκληρή κριτική για την πολυτελή ζωή που έκανε όταν ήταν εν ενεργεία εκπαιδευτικός. Ένα απόγευμα μάλιστα, σε μια από τις επισκέψεις στο γραφείο του, το έφερε η κουβέντα πως όταν εργαζόταν σε σχολείο του διπλανού νομού πηγαινοερχόταν με το ιδιωτικό του αυτοκίνητο. Ο Λούκουρας έγινε έξω φρενών. Μερικά από τα επίθετα, που επιστράτευσε για να τον στολίσει, ήταν το ψώνιο, ο καλομαθημένος, ο άπληστος, ο ανόητος. Το τελευταίο επίθετο το σύνδεσε με την πάθηση της μέσης, αφού ο Λούκουρας έβγαλε πλέον σαφές συμπέρασμα ότι οι πόνοι στην μέση οφείλονται στην πολύωρη οδήγηση εκείνης της σχολικής χρονιάς. Προφανώς είχε και την επιλογή του λεωφορείου ο εκπαιδευτικός, αλλά δεν γνώριζε πόσο καλομαθημένος ήταν τότε. Ο ψυχολόγος, που ήταν σε καλό δρόμο με τον εκπαιδευτικό, ευχαρίστησε τον Λούκουρα για τις πληροφορίες που του έδωσε, τις οποίες ο τελευταίος τις θυμόταν γιατί είχαν περάσει μόλις δυο βδομάδες από την τελευταία επίσκεψη του ασθενή του…

Με ειδίκευση στην ορθοπεδική από ανώτατο ίδρυμα της αλλοδαπής του πρώην ανατολικού μπλοκ, δημιούργησε την πελατεία του τις εποχές των παχιών αγελάδων τις δεκαετίες του 80 και 90. Μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, αναγκάστηκε να μπει στην λίστα των συμβεβλημένων γιατρών. Ποτέ όμως δεν μπόρεσε να ξεπεράσει την χαμηλή συνδρομή του χρεωκοπημένου δημοσίου. Καλά οι άλλοι… ας ζήσουν φτωχά… Αλλά κι αυτός;;; Ένας γιατρός με τέτοια εμπειρία;;; Κάποτε έπαιρνε 100 ευρώ επίσκεψη… Τώρα η κάθε επίσκεψη του απέφερε ψίχουλα, οι ασθενείς είχαν λιγοστέψει, οπότε έπρεπε να σκαρφιστεί κάτι για να δικαιολογεί έξτρα χαρτζιλίκι που θα ζητούσε από τους ασθενείς… Η κανονική επίσκεψη ήταν δωρεάν, προφανώς, αφού την κάλυπτε το ταμείο. Με αυτό το κάτι που θα έπρεπε να σκαρφιστεί, δεν θα έπρεπε να δυσανασχετούν οι ασθενείς, και δεν θα έπρεπε να του κοστίζει σε κόπο και χρήμα. Το θέμα ήταν να βγάζει τα σπασμένα της χρεοκοπημένης κοινωνίας χωρίς να χρειάζεται να εργάζεται περισσότερο. Έτσι αποφάσισε να κάνει μια ένεση κορτιζόνης δια πάσαν νόσον. Την ένεση θα την χρεωνόταν ο ασθενής και σε αυτόν δεν θα στοίχιζε παραπάνω από 2 λεπτά της ώρας. Σχεδόν παντού έβρισκε δικαιολογία για να κάνει ενέσεις, και μάλιστα σε αρκετές δόσεις. Κάταγμα; Κορτιζόνη… Εξάρθρωση; Κορτιζόνη… Ρήξη; Κορτιζόνη… Και το ιατρικό μοτό του πλέον ήταν:  Η επίσκεψη δωρεάν, η ένεση χρεώνεται… Και αν τυχόν κάποιος ασθενής έβρισκε πολλά τα 50 ευρώ για κάθε ένεση που διαρκούσε 2 λεπτά, είχε ήδη αντιγράψει ένα τσιτάτο από κάποιον μηχανικό που του είχε κάνει μια δουλειά στο σπίτι και το είχε προσαρμόσει στα ιατρικά δεδομένα: “Πάτημα ένεσης 2 ευρώ, γνώση το που να πατήσεις την ένεση 48 ευρώ”.

Εκείνο το βράδυ, τον είχε πάρει αργά… Τα ραντεβού είχαν μαζευτεί, μετά από το τριημεράκι που είχε πάει στην Αράχωβα, με την οικογένειά του… Τα διπλανά γραφεία είχαν αδειάσει. Ένιωθε το κορμί του βαρύ… Άλλωστε, μετά τις 9 κάθε ώρα του φαινόταν αιώνας, καθώς τα χρόνια πλέον είχαν περάσει… Είχε πάει 10 και είχε ακόμα δύο ραντεβού… Το αμέσως επόμενο είχε καθυστερήσει… Αν και ήξερε πως ήταν περίπτωση: επίσκεψη δωρεάν – ένεση χρεώνεται, τον εκνεύριζε η ασυνέπεια και είχε αποφασίσει να τον φέρει ξανά, ενώ δεν χρειαζόταν, για μια έξτρα ενεσούλα.

Τον εκνευρισμό του, τον διακόπτει το τηλέφωνο… Ήταν ο ασυνεπής… Δεν θα ερχόταν… Κάτι του έτυχε, λέει… Μετά την ασυνέπεια, η απόρριψη ήταν το δεύτερο χειρότερο που μπορούσε να του τύχει. Και ναι… Το να ακυρώσει κάποιος ραντεβού ήταν απόρριψη για τον Λούκουρα. Ένιωσε τα νεύρα του να τεντώνουν και να του έρχεται πονοκέφαλος, αλλά συγκρατήθηκε, δεν τον έβρισε… Δεν είπε καν κάτι προσβλητικό ή υποτιμητικό. Σκέφτηκε πως ήταν ευκαιρία να ξεκουραστεί λίγο, μέχρι το τελευταίο ραντεβού. Έκλεισε το τηλέφωνο και έγειρε λίγο πάνω από τα χαρτιά του και τα ιατρικά φυλλάδια. Ένιωσε την μέση του να τον ενοχλεί… Την καρδιά του μπορούσε να την ακούσει… Σκέφτηκε πως έπρεπε ήδη να είχε βγει σε σύνταξη… Αλλά μήπως μπορεί να ζήσει κανείς με τις συντάξεις;  Και οι ασθενείς του; Τι θα έκαναν χωρίς αυτόν; Ποιον θα μπορούσαν να εμπιστευτούν;

Τις σκέψεις του διέκοψαν, δυνατοί χτύποι στην πόρτα του. Ξαφνιασμένος ο Λούκουρας φώναξε: Εμπρός;;; Εμπρός;;; Νέοι χτύποι στην πόρτα… Πολλοί χτύποι, σίγουρα όχι από δύο χέρια, ούτε καν από τέσσερα. Σηκώνεται, πάει πίσω από την πόρτα. Την ταραχή του ενίσχυε και η σκέψη πως σίγουρα τέτοια ώρα είχε μείνει μόνος στην παλιά πολυκατοικία, αφού είχε όλο γραφεία, τα οποία είχαν κλείσει εδώ και ώρα. Εκεί που τα χρειάστηκε πραγματικά ήταν όταν κατάλαβε ότι αυτοί που πριν χτυπούσαν την πόρτα, τώρα την έσπρωχναν κιόλας…

Όπως και όλη η πολυκατοικία, έτσι και η πόρτα του ιατρείου του ήταν παλιά και ξεχαρβαλωμένη. Άλλωστε δεν υπήρχε κάτι να προστατεύσει που να έχει αξία μέσα σε αυτό το ιατρείο και έτσι ο Λούκουρας ποτέ δεν σκέφτηκε την αντικατάστασή της. Για πρώτη φορά όμως σκέφτηκε πως αυτό που έχει την μεγαλύτερη αξία, βρισκόταν πίσω από την πόρτα. Και ήταν η ίδια του η ζωή… Φώναξε δυνατά με τρεμάμενη φωνή: Τι θέλετε;;; Φύγετε, θα φωνάξω την αστυνομία… Τα σπρωξίματα όμως έγιναν όλο και πιο βίαια… Ο Λούκουρας ήξερε ότι η πόρτα δεν θα αντέξει… Τρέχει προς το τηλέφωνο του γραφείου του… Σηκώνει το ακουστικό…

Η πόρτα ανοίγει ξαφνικά με έναν κρότο από κάτι μεταλλικό που σπάει… Τρεις θεόρατοι άνδρες μπροστά και δυο γυναίκες ξοπίσω τους μπαίνουν στο ιατρείο. Η μορφή τους ήταν τρομακτική και όλοι έμοιαζαν μεταξύ τους, λες και είχαν βγει από καλούπι. Ήταν όλοι τους φαλακροί, με αποκρουστικά σπυριά στο πρόσωπο. Το πρόσωπό τους ήταν ολοστρόγγυλο και κόκκινο. Είχαν τεράστιες κοιλιές, ενώ τα άκρα τους ήταν μακριά και λεπτά. Τα σώματά τους είχαν μια κύφωση που τους έκανε ακόμα πιο απειλητικούς. Οι ηλικίες τους ήταν απροσδιόριστες λόγω της παραμόρφωσης των προσώπων τους. Φορούσαν μαύρα ρούχα και είχαν τα χέρια τους στις τσέπες των σακακιών τους. Κοιτούσαν όλοι τον γέρο ορθοπεδικό με βλέμμα απλανές και τον πλησίαζαν με αργά, αλλά αποφασιστικά βήματα.

Ο Λούκουρας στην θέα αυτών των αλλόκοτων πλασμάτων είχε παγώσει και είχε μείνει με το ακουστικό στο χέρι. Δεν κατάφερε να ψελλίσει το παραμικρό… Ήξερε πως πλέον δεν προλάβαινε να πάρει την αστυνομία. Τα χέρια του έτρεμαν και τα τρομακτικά αυτά πλάσματα τον πλησίαζαν. Το ακουστικό, γλιστράει από το χέρι του και πέφτει στο πάτωμα. Ο Λούκουρας ούτε που άκουσε τον κρότο που έκανε. Φευγαλέες σκέψεις τον απασχολούσαν και είχε χαθεί για κλάσματα του δευτερολέπτου σε μια εσωτερική απομόνωση. Έψαχνε επειγόντως κάτι να βρει που θα μπορούσε να τον σώσει. Ήταν πολύ γέρος για να φωνάξει και να ακουστεί μέχρι το δρόμο. Στην πολυκατοικία δεν ήταν κανένας σίγουρα αυτή την ώρα. Ακόμα όμως κι αν έπιανε κάποιο αντικείμενο για να αμυνθεί δεν θα μπορούσε να τα βάλει με αυτά τα πέντε πλάσματα.

Είχε κολλήσει πίσω στην βιβλιοθήκη με γουρλωμένα τα μάτια. Ένιωθε την καρδιά του να τον εγκαταλείπει… Σα να σβήνει αργά, με χτύπους που επιβράδυναν το ρυθμό τους. Κρύος ιδρώτας τον είχε λούσει… Οι σκέψεις του επανήλθαν όταν τον πλησίασαν σε απόσταση αναπνοής… Μπορούσε να διακρίνει και λεπτομέρειες από τα πρόσωπά τους. Ήταν ακόμα πιο τρομακτικοί από κοντά, με τα σπυριά που είχαν στο πρόσωπο να μη θυμίζουν κάτι συνηθισμένο αλλά να είναι σαν βαθιές τρύπες και όχι κάτι επιφανειακό στο δέρμα. Τελικά συγκέντρωσε όση δύναμη του είχε απομείνει, και περισσότερο ως απορία παρά ως προσπάθεια να γλυτώσει, κατάφερε να ψελλίσει: “Τι είστε; Τι θέλετε;” Ένας από αυτούς, ο πιο κοντινός τον κοίταξε με ένα βλέμμα σαν να προσπαθούσε να κοιτάξει πίσω από τον Λούκουρα και μίλησε με βαριά φωνή: “Αυτό που μας έκανες, αυτό θα πάθεις κι εσύ… Επίσκεψη και ένεση…”. Και μονομιάς, όλοι τους βγάζουν τα χέρια από τις τσέπες κραδαίνοντας από μια ένεση. Τον περικυκλώνουν απειλητικά, οι δύο από αυτούς του πιάνουν ο καθένας από ένα χέρι και αυτός που μίλησε μπήγει πρώτος την ένεση στο μάγουλο του Λούκουρα. Μια κραυγή πόνου, φόβου και απελπισίας βγαίνει από τα χείλη του… Πετάγεται…

Βρίσκεται καθιστός στο γραφείο του… Αίμα βγαίνει από το μάγουλό του… Ο χαρτοκόπτης έχει πέσει από την αιωρούμενη ξύλινη μολυβοθήκη και είναι στο γραφείο του με δυο σταγόνες αίμα πάνω του. H οθόνη του υπολογιστή ανοιχτή, με το τελευταίο ηλεκτρονικό μήνυμα αλληλογραφίας, σε πρώτο πλάνο,  σταλμένο από ιατρικό περιοδικό. Τίτλος του μηνύματος: Οι παρενέργειες της κορτιζόνης και το σύνδρομο Cushing. Στα επισυναπτόμενα του μηνύματος, εικόνες από ανθρώπους με αυτό το σύνδρομο. Ο Λούκουρας ταράχτηκε με την ομοιότητα… Σα να βγήκαν από την οθόνη αυτές οι ψηφιακές φιγούρες, απέκτησαν σάρκα και οστά και στοίχειωσαν τον εφιάλτη του. Με τρεμάμενα χέρια γραπώνει το πληκτρολόγιο… Δημιουργία νέου μηνύματος… Προς – e.pharmakeio@gmail.com Θέμα: Ακύρωση παραγγελίας 50 ενέσιμων φαρμάκων των 100mg…


δείξε το στους φίλους σου...

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.