Η ταβέρνα του Αλβέρτου

η ταβέρνα του Αλβέρτου
δείξε το στους φίλους σου...

Στον κεντρικό πλακόστρωτο δρόμο της πόλης, με τα πολλά μαγαζιά, ο κόσμος πηγαινοερχόταν βιαστικός, πότε με τα πόδια, πότε πάνω στα άλογα, προσπαθώντας να προλάβει τα πάντα. Οι περισσότεροι άφησαν την εξοχή και εγκαταστάθηκαν στην πόλη, κάνοντας διάφορα επαγγέλματα. Άλλος ξυλουργός, άλλος αμαξάς, άλλος παντοπώλης. Σε κάθε περίπτωση βρήκαν στην πόλη ένα πολυπληθές πελατολόγιο για να πουλούν τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους. Οι ανάγκες τους, χρόνο με τον χρόνο αυξάνονταν και έτρεχαν να τις καλύψουν για να μην μείνουν πίσω και τους παρεξηγούν.

Πολλοί δεν έχαναν ευκαιρία να κοροϊδεύουν όσους αρκούνταν στα λίγα. Η επιτυχία βέβαια στην πόλη δεν ήταν δεδομένη. Δεν τα κατάφερναν όλοι εξίσου καλά, να είναι πλούσιοι και να έχουν κύρος. Κάποιοι, πιο καπάτσοι, κατάφερναν με τα τερτίπια τους, τις ωραίες κουβέντες, τις γυαλιστερές συσκευασίες, ενίοτε και με ψέματα και παρατυπίες, να γεμίζουν τις τσέπες τους με χρυσά φλουριά. Ανάλογα με το επάγγελμά του, ο καθένας είχε τα δικά του μυστικά και προσπαθούσε να γελάσει τους άλλους.

Στην εξοχή που ζούσαν πριν από χρόνια, δεν ανησυχούσαν και για το φαγητό. Ήταν πιο λιτό, και δεν πολυασχολούνταν την εποχή εκείνη για το πότε και τι θα φάνε…. Στην πόλη όμως τα πράγματα άλλαξαν και ήθελαν να τρώνε όλο και πιο περίτεχνα και σύγχρονα φαγητά. Φοβόντουσαν την πείνα, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, και είχαν καταλήξει να είναι όλοι υπέρβαροι. Είχαν καθημερινή βασική έννοια τι θα φάνε και καμάρωναν όταν αυτό που έτρωγαν τους έκανε να αισθάνονται χορτάτοι μέσα σε λίγη ώρα.

Πολλές από τις κουβέντες τους ήταν ανταλλαγή απόψεων για το φαγητό. Συναγωνίζονταν ποιος θα πάρει τα περισσότερα κιλά, στο συντομότερο χρονικό διάστημα ενώ υπήρχαν και οδηγίες για το πώς και πότε θα φάνε το κάθε φαγητό. Οι πιο διαβασμένοι και χορτάτοι, έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης στην πόλη, ενώ όλοι ζητούσαν την άποψή τους. Οι παλιοί χαιρετισμοί που έκαναν στην εξοχή, είχαν αντικατασταθεί με ευχές όπως ‘καλή χόρταση’, ‘καλό γεύμα’ και τσούγγριζαν τα ποτήρια λέγοντας ‘στο φαγητό μας’.

Ο Αλβέρτος ήταν ένας από αυτούς και διεύθυνε μια πολυδιαφημισμένη ταβέρνα στο κέντρο της πόλης. Προβολείς φώτιζαν την πρόσοψη του μαγαζιού, που ήταν τόσο μεγάλο, που έπιανε σχεδόν ολόκληρο το τετράγωνο. Πολλές άμαξες στάθμευαν έξω από την ταβέρνα. Οι πεινασμένοι, ταξιδιώτες και ντόπιοι, ικανοποιούσαν την πείνα τους με την μεγάλη ποικιλία των φαγητών. Είτε λίγο πεινασμένοι, είτε πολύ, ακόμα και με την υπόνοια πείνας, οι κάτοικοι της πόλης ήταν διατεθειμένοι να αφήσουν μπόλικα νομίσματα από το πουγκί τους. Ακόμα κι αν δεν ήταν και τόσο γεμάτο. Τα φλουριά αμέτρητα στο τέλος της ημέρας, τα οποία μετρούσαν με θρησκευτική ευλάβεια οι πολλές σερβιτόρες που είχε ο Αλβέρτος στην δούλεψή του.

Αν και ήταν πολύ έξυπνος και αφοσιωμένος επιχειρηματίας, το βλέμμα του πρόδιδε ακριβώς το αντίθετο. Ήταν συνεχώς με μισόκλειστα μάτια και χωρίς λάμψη μέσα τους. Ψηλόλιγνος, με κάπως στραβά δόντια, που μόλις έσφιγγε το στόμα, έτριζαν καθώς γλιστρούσαν το ένα πάνω στο άλλο. Το χρήμα δεν το λογάριαζε όταν έδινε πλουσιοπάροχες αμοιβές στο προσωπικό του, το οποίο αποτελούνταν από μάγειρες, φύλακες, σερβιτόρους και άλλους. Θεωρούσε πως η στάση του αυτή βελτίωνε την εικόνα της επιχείρησής του. Απαιτούσε όμως πίστη και προσήλωση στην δουλειά.

Είχε γεύματα για κάθε γούστο και προσπαθούσε με θεμιτά και αθέμιτα μέσα να επικρατήσει στην πόλη. Το μαγαζί του είχε πολλές φορές επικριθεί αλλά και τιμωρηθεί στο παρελθόν, αν και με ποινές – χάδι από τις αρχές. Κι αυτό για ανήθικες και επιπόλαιες τακτικές, που εφάρμοζε σε ανυποψίαστους πελάτες. Τακτικές γνωστές, που δυστυχώς γι’ αυτόν, εντοπίζονται εύκολα από τις αρχές της πόλης. Φτηνά συστατικά, γρήγορη ετοιμασία φαγητού, συναντήσεις και δείπνα με άρχοντες καθώς και απόπειρες χρηματισμού τους. Δεν το έβαζε όμως κάτω, θεωρούσε τον εαυτό του ειδήμονα της γεύσης και χαιρόταν όταν το ταμείο, το βράδυ που έκλεινε η ταβέρνα, ήταν γεμάτο.

Φρόντιζε πάντα να διαφημίζει το μαγαζί και τα φαγητά του. Αλλά και με πλουσιοπάροχα δώρα, μπορούσε να περιορίζει την όποια δυσφήμιση του προκαλούσαν οι επιζήμιες τακτικές του. Στον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο που είχε στην διάθεσή του, πήγαινε επίσκεψη σε φίλους του. Οι οποίοι τύγχαναν σημαίνοντα πρόσωπα στην πόλη και συζητούσε μόνο για θέματα δουλειάς. Το βράδυ, λίγο πριν κλείσουν τα αποκαμωμένα από την ένταση της ημέρας μάτια του, διάβαζε ένα και μόνο βιβλίο. Του το είχε χαρίσει ένας παλιός δήμαρχος της πόλης, με τίτλο: ‘Ο άρχοντας της αγοράς’. Από το διάβασμα και τις συζητήσεις με τους φίλους του είχε καταλήξει σε κάποια συμπεράσματα.

Ήξερε πως οι περισσότεροι άνθρωποι επέλεγαν να φτιάχνουν το φαγητό στο σπίτι τους, με παραδοσιακές συνταγές και υλικά της δικής τους προτίμησης. Έτσι δεν υπήρχε και λόγος να επισκεφτούν το μαγαζί του. Αυτό ήταν ένα συμπέρασμα που τον έκανε να τρίζει τα δόντια του. Σκεφτόταν πως δεν ήταν δυνατό μία από τις πιο σημαντικές ανάγκες του ανθρώπου να την αναλαμβάνουν ερασιτέχνες. Ένα άλλο συμπέρασμα ήταν πως τελικά οι άνθρωποι δεν πεινούσαν αρκετά συχνά… Ναι… Ο Αλβέρτος το θεωρούσε πρόβλημα της ανθρώπινης φύσης να μην πεινάει ο κόσμος αδιαλείπτως… Την άποψή του αυτή την επαναλάμβανε μέσα του κυρίως τα πρωινά. Κι αυτό, γιατί δίπλα από το σπίτι του υπήρχε ένα κοτέτσι και κάθε πρωί που ο Αλβέρτος ξεκινούσε για την ταβέρνα, μακάριζε τις κότες που συνέχεια έσκυβαν και όλο και κάτι τσιμπολογούσαν από το χώμα. Τι πιο λογικό σκεφτόταν, να ίσχυε το ίδιο και για τους ανθρώπους;

Και αν η φύση, του δημιουργούσε τέτοιες ανησυχίες και απογοητεύσεις, το βιβλίο που διάβαζε τον πονοκεφάλιαζε ακόμα περισσότερο. Με πολλά παραδείγματα παρουσίαζε στον αναγνώστη, πως το βασικό σε κάθε επιχείρηση, είτε ήταν σιδηρουργείο, είτε πανδοχείο, είτε στάβλος, είναι η δημιουργία αναγκών. Αλλά και η ισχυρή δέσμευση των πελατών με την επιχείρηση. Ο Αλβέρτος είχε αρχίσει εδώ και καιρό να σκέφτεται με ποιο τρόπο θα μπορούσε να πετύχει τους σκοπούς αυτούς. Ασφαλώς ένα τέτοιο σχέδιο θα ήταν μεγαλεπήβολο και φιλόδοξο.

Όλη η πόλη, με το πέρας της εφαρμογής ενός τέτοιου σχεδίου, θα έτρωγε στην ταβέρνα του και μάλιστα πολύ συχνά. Για να πετύχει, έπρεπε να εξετάσει κάθε λεπτομέρεια, γιατί ήταν διατεθειμένος να επενδύσει πολλά φλουριά στο εγχείρημα. Κάτι που δεν τον προβλημάτιζε ιδιαίτερα, γιατί κάπου στο βιβλίο που διάβαζε, σε ένα πλαίσιο με έντονα γράμματα, έγραφε πως όσα και να δαπανήσεις σε έρευνα και διαφήμιση, θα τα πάρεις πίσω πολλαπλάσια. Αυτό το πλαίσιο πάντα έκανε τον Αλβέρτο να ανοίγει τα μισόκλειστα βλέφαρά του.

Τελικά, με απόλυτη μυστικότητα, το σχέδιο που είχε σκαρφιστεί μπήκε σε εφαρμογή… Πρώτα από όλα, προσέλαβε εξειδικευμένο και άψογα καταρτισμένο προσωπικό. Θα δημιουργούσε εκείνες τις γεύσεις που θα κρατούν τους πελάτες πάντα πεινασμένους αλλά ταυτόχρονα και δεσμευμένους στην κουζίνα την δική του. Γευσιγνώστες, χημικούς, αλχημιστές τροφίμων, πολύπειρους μάγειρες… Προσέλαβε και εθελοντές – δοκιμαστές, με το αζημίωτο βέβαια, και μετά από πολύ καιρό δοκιμών και πειραμάτων τα κατάφερε. Το θαύμα έγινε… Τα φαγητά που θα σε έκαναν να νομίζεις ότι είσαι χορτάτος προσωρινά και θα σε έκαναν να πεινάς συνέχεια, ήταν μια πραγματικότητα. Φοβόταν βέβαια λίγο τους ελεγκτές τροφίμων, κυρίως αυτούς που δεν τους είχε στείλει δώρα. Αλλά ευελπιστούσε πως με μια πολύ μικρή υποσημείωση στον κατάλογο των φαγητών, πως τα σούπερ φαγητά του είναι ακόμα σε δοκιμαστικό στάδιο, όλα θα πήγαιναν καλά.

Διάλεξε μια περίοδο νηστείας για να τρέξει το σχέδιό του. Έτσι ώστε κάποιοι να πεινούν πραγματικά και να αποτελέσουν και μιας πρώτης τάξεως διαφήμιση για την πολλά υποσχόμενη κουζίνα του. Όπως όμως συνέβαινε συνήθως, αυτοί που πεινούσαν ακόμα και σε περίοδο νηστείας, ήταν λίγοι σε σχέση με το σύνολο των κατοίκων της πόλης του. Έτσι, ακολουθώντας τις οδηγίες του αγαπημένου βιβλίου του, άρχισε να δαπανά μεγάλο μέρος της περιουσίας του, σε διαφημίσεις. Αυτές εμφανίζονταν σε ταμπέλες του δρόμου και εφημερίδες. Σκέφτηκε να ακολουθήσει αυτό το νέο διαφημιστικό κόλπο που δεν δείχνει από την αρχή τι διαφημίζει.

Έτσι, έγραφε σύντομα μηνύματα όπως ‘Νιώθεις πεινασμένος;’, ‘Αυτή είναι η πείνα…’, ‘Θα καταντήσεις πεινασμένος;’, τα οποία ακολουθούσε και το ανάλογο σκίτσο ενός εξαντλημένου από την πείνα. Μετά από λίγο καιρό, και προς το τέλος της νηστείας, θα παρουσίαζε τα προϊόντα του… Οι ίδιες ταμπέλες πλέον, έδειχναν το φαγητό του. Μηνύματα όπως ‘Πείνασες; Χόρτασες!’, ‘το φάρμακο της πείνας’ αλλά και πιο χαριτωμένα όπως ‘Το φαΐ θα βρεις αβέρτο, μόνο μέσα στον Αλβέρτο’, κατέκλυσαν την πόλη.

Για να έχει και μια περισσή αληθοφάνεια το αίσθημα της πείνας, αγόρασε και γέμισε την πόλη με ζυγαριές, βάζοντάς τις σε διάφορα σημεία. Σε αυτές ο καθένας μπορούσε να μετρηθεί και να ελέγξει αν το βάρος του ήταν φυσιολογικό ή έπρεπε να φάει άμεσα για να μην πέσει κάτω από αδυναμία. Ήταν ασυνήθιστη ζυγαριά, με κερματοδέκτη, που δεν έδειχνε με ακρίβεια το βάρος. Είχε μόνο δύο ενδείξεις, πράσινη και κόκκινη, ανάλογα με το αν το βάρος ήταν ή όχι φυσιολογικό. Το μόνο εύκολο για τον Αλβέρτο ήταν να κανονίσει ο ίδιος πότε το χρώμα θα γινόταν πράσινο και πότε κόκκινο. Αργότερα κατάφερε, τα κέρματα να τα βάζει ο δήμαρχος από τα έσοδα της πόλης…

Όμως η εκστρατεία ενημέρωσης δεν περιορίστηκε μόνο σε ταμπέλες, εφημερίδες και ζυγαριές. Ο Αλβέρτος επικοινώνησε με τους καλούς, παραδοσιακούς του πελάτες και ζήτησε την βοήθειά τους. Καλοφαγάδες, με την κοιλιά τούρλα, οι οποίοι έτυχαν στο παρελθόν της μεγάλης εύνοιάς του, δεν θα έλεγαν όχι να βάλουν ένα χεράκι στην προσπάθεια του αγαπημένου τους ταβερνιάρη. Αυτοί θα μοίραζαν το μενού του Αλβέρτου σε φυλλάδια, θα έγραφαν κειμενάκια στην εφημερίδα με τον αέρα της γευσιγνωσίας τους και στις παρέες τους θα παρότρυναν τον κόσμο να δοκιμάσει οπωσδήποτε.

Το ιδιοφυές σχέδιό του, τελικά οδήγησε αρκετό κόσμο να τον επισκεφτεί. Η μεγάλη πλειοψηφία μάλιστα ήταν άνθρωποι που δεν πεινούσαν ή και αν πεινούσαν, παλιότερα μαγείρευαν στο σπίτι. Το βιβλίο και οι κανόνες που περιείχε δεν τον απογοήτευσε τελικά. Ήξερε ότι αυτοί θα ήταν δικοί του πελάτες πλέον και τακτικοί. Μάλιστα κανόνιζε ο ίδιος πότε θα έρθουν να φάνε ξανά, με το που πλήρωναν οι πελάτες τον λογαριασμό. Κάτι στομαχικές διαταραχές που παρουσίασαν, με τα ιδιαίτερα συστατικά που χρησιμοποίησε, τις απέδωσε σε φαγητό από άλλες ταβέρνες, αλλά και σε δυσανεξία των πελατών. Άλλωστε ήταν σπάνιες περιπτώσεις…

Παρόλα αυτά όμως, η επένδυση που έκανε δεν θεωρούσε ότι είχε πιάσει τον αρχικό της στόχο. Υπήρχε μια αξιοσέβαστη μερίδα των κατοίκων που δεν του δημιουργούσαν αίσθημα πείνας οι ταμπέλες με τα μηνύματα, και κάποιοι άλλοι που δεν εμπιστευόντουσαν το πολυδιαφημιζόμενο φαγητό του Αλβέρτου. Το απόγευμα εκείνο στο ταμείο της ταβέρνας καθιστός, εξυπηρετούσε τους πελάτες αλλά είχε χάσει το αρχικό του χαμόγελο… Χαμόγελο, που πριν, χάριζε απλόχερα καθώς εξυπηρετούσε και μετατρεπόταν σε μειδίαμα όταν έκλεινε τις κουβέντες του με το ‘να μας ξανάρθετε…’. Τώρα, πότε με θυμό, πότε με απογοήτευση, εξυπηρετεί κάπως απρόθυμα τους πελάτες, ενώ το βλέμμα του απλανές, μαρτυρά ένα μυαλό που δουλεύει πυρετωδώς… Αναρωτιόταν, τι ήταν αυτό που μπορούσε να κάνει και δεν έκανε.

Ένας πελάτης βιαστικός, διακόπτει τις σκέψεις του:

– “Καλησπέρα. Κλάους Πέτερσον, έχω κάνει κράτηση…”

– “Ορίστε;”, αποκρίνεται έντονα, με μια έκφραση απορίας στο πρόσωπό του… Παραμένει λίγο αμίλητος, με τα μάτια του πλέον ορθάνοιχτα… “Ναι, ναι… καθήστε, θα σας εξυπηρετήσουν…”

Εμβρόντητος ο πελάτης, τον βλέπει να βγαίνει έξω από το μαγαζί βιαστικός…

(Το β’ μέρος εδώ)


δείξε το στους φίλους σου...

6 σκέψεις για το “Η ταβέρνα του Αλβέρτου”

  1. Γιώργος Πουρνάρης

    Ενδιαφέρον και πρωτότυπο. Περιμένω τη συνέχεια.. Καλή σχολική και θεατρική χρονιά !

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.